καρδία

ἡ καρδία сердце (ср. лат. соr; фр. cardiaque, cordial; мед. кардиолог)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "καρδία" в других словарях:

  • καρδία — καρδίᾱ , καρδία heart fem nom/voc/acc dual (ionic) καρδίᾱ , καρδία heart fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) καρδίᾱ , καρδιάω pres imperat act 2nd sg καρδίᾱ , καρδιάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρδία — Καρδίᾱ , Καρδίη heart fem nom/voc/acc dual Καρδίᾱ , Καρδίη heart fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρδίᾳ — Καρδίᾱͅ , Καρδίη heart fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — η 1. το κεντρικό όργανο της κυκλοφορίας του αίματος: Έκανε εγχείρηση στην καρδιά. 2. ψυχική διάθεση, όρεξη: Δουλεύει χωρίς καρδιά. 3. το κέντρο μιας περιοχής: Χάθηκε στην καρδιά της Αφρικής. 4. το εσωτερικό μέρος φυτού ή καρπού: Τρώει πάντα την… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καρδίᾳ — καρδίαι , καρδία heart fem nom/voc pl (ionic) καρδίᾱͅ , καρδία heart fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδιά — [кардья] ουσ. Θ. сердце …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Τὸ ἐν τῇ καρδία τοῦ νήφοντος, ἐπὶ τῆς γλώττης ἐστὶ τοῦ μεθύοντος. — τὸ ἐν τῇ καρδία τοῦ νήφοντος, ἐπὶ τῆς γλώττης ἐστὶ τοῦ μεθύοντος. См. Что у трезвого на уме, то у пьяного на языке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Στίγμη αἱματίνη ἐν τῷ λευκῷ ἡ καρδία: τοῦτο δὲ τὸ σημεῖον πηδᾷ καὶ κινεῖται, ὥσπερ ἔμψυχον. — См. Животрепещущий …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • καρδίας — καρδίᾱς , καρδία heart fem acc pl (ionic) καρδίᾱς , καρδία heart fem gen sg (attic doric ionic aeolic) καρδίᾱς , καρδιάω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδίαν — καρδίᾱν , καρδία heart fem acc sg (attic doric ionic aeolic) καρδίᾱν , καρδιάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) καρδίᾱν , καρδιάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.